Η «μόδα» των startups -ή νεοφυείς επιχειρήσεις- εμφανίστηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού προς τα τέλη της δεκαετίας των ‘00s. Πρακτικά, ήταν ένα μάρκετινγκ «κόλπο» προκειμένου να επαναλανσαριστεί η τάση για επενδύσεις σε νέες επιχειρήσεις που είχαν να παρουσιάσουν μία καινοτομία: είτε όσον αφορά κάποια τεχνολογική λύση είτε όσον αφορά το επιχειρηματικό μοντέλο τους. Και βασικό χαρακτηριστικό ήταν επίσης η ταχεία ανάπτυξη.
Τέτοιου είδους επιχειρήσεις υπάρχουν από τότε που εμφανίστηκε η όποια εμπορική δραστηριότητα αλλά η λέξη «startup» βοήθησε ώστε να γίνει μία νέα τάση η δημιουργία τέτοιων εταιρειών.
Στην Ελλάδα, τα startups έκαναν την εμφάνιση τους μέσα στην οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Και ένας από τους κλάδους όπου είδαμε πολλά startups ήταν αυτός του τουρισμού. Μάλιστα, είδαμε και πολλές επενδύσεις σε τουριστικά startups και αρκετά επιτυχημένα εγχειρήματα που απέδωσαν δεκάδες εκατομμύρια στους ιδρυτές τους με πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση το pamediakopes.
Στη χώρα μας είδαμε, επίσης, και τον πρώτο στην Ευρώπη accelerator για startups που απευθύνονται στον τουριστικό με το CapsuleT από το ΞΕΕ να έχει κάνει πολλή δουλειά και σε κάθε κύκλο να βλέπουμε πολλά και ενδιαφέροντα εγχειρήματα. Το egg της Eurobank, επίσης, ασχολείται με τουριστικά startups. Γενικότερα, υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα εγχειρήματα.
Όμως, η απορία που υπάρχει είναι γιατί δεν έχουμε δει ακόμη κάποιο από τα τουριστικά startups να κάνει το μεγάλο «άλμα» και να εξελίσσεται σε ένα από τα κορυφαία case studies του ελληνικού οικοσυστήματος καινοτομίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προσπάθειες και εγχειρήματα που πάνε πολύ καλά. Περιπτώσεις όπως το Clio Muse ή το Welcome Pickups παρουσιάζουν εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης και έχουν επεκταθεί και σε αρκετές χώρες εκτός Ελλάδας. Όμως, δεν έχουμε δει το μεγάλο «ξεπέταγμα». Και αυτό είναι απαραίτητο γιατί, όπως έχει αποδειχθεί πολλάκις, χρειάζονται παραδείγματα για να δούμε περισσότερους να ασχολούνται με έναν συγκεκριμένο τομέα. Και η αίσθηση που έχει η στήλη είναι ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια δεν έχει υπάρξει ένα τουριστικό startup που να μπορείς να πεις ότι έχει τα εχέγγυα να εξελιχθεί σε έναν διεθνή «παίκτη» με αποτίμηση πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Κάποιοι θα πουν ότι για να γίνει αυτό χρειάζεται κεφάλαια. Όμως, επενδυτικά κεφάλαια υπάρχουν αλλά δεν βλέπουμε τα VCs να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τα τουριστικά startups. Ενδεχομένως γιατί θεωρούν ότι δύσκολα θα φθάσουν σε υψηλά επίπεδα αποτίμησης. Κάποιοι άλλοι θα πουν ότι αν ένα startup ξεκινά από την ελληνική αγορά όπου δύσκολα μπορείς να πείσεις τους επιχειρηματίες του τουριστικού κλάδου να εμπιστευτούν μία εγχώρια μικρή -αρχικά τουλάχιστον- εταιρεία, είναι δύσκολο να πάρεις την ώθηση να φθάσεις ψηλά. Όμως, η αλήθεια είναι ότι πολλές τουριστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν λύσεις startups. Το ποσοστό δεν είναι πολύ μεγάλο αλλά υπάρχει ενδιαφέρον και τείνει αυξανόμενο.
Αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος από τα επενδυτικά κεφάλαια δημιουργεί μία τάση να αποφεύγουν πολλοί επίδοξοι entrepreneurs να ασχοληθούν με τον τουριστικό κλάδο. Και αν ο στόχος τους είναι τα πολλά λεφτά, μπορεί να έχουν δίκιο. Όμως, αν θέλουν να δημιουργήσουν μία εταιρεία σε έναν κλάδο που δεν αποκαλείται άδικα η «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας, τότε αξίζει να κάνουν το βήμα. Γιατί η Ελλάδα και ο ελληνικός τουριστικός κλάδος χρειάζεται καινοτόμες ιδέες προκειμένου να κάνει το επόμενο βήμα και να υπάρξουν επιπλέον πηγές εσόδων. Γιατί αν ένα startup μπορεί να καλύψει τις ανάγκες μίας τουριστικής επιχείρησης στην Ελλάδα προφανώς μπορεί να το κάνει και για εκείνες αντίστοιχων επιχειρήσεων σε ολόκληρο τον κόσμο.
του Δημήτρη Μαλλά



